untitled
  • Hey Webmasters! New Photo Album Service Launched - Check it out!

Διαβάστε...

Σκουπίστε...

Τελειώσατε...

Σε κάποια άλλη σελίδα...

Αποκόπτομαι...

Από την πραγματικότητα.

Εδώ επιστρέφω σ’ αυτή

Μεταφέροντας μαζί μου μια

Δόση ονείρου.

Μια δόση αναγκαία για

Να κάνω την πραγματικότητα

Πιο όμορφη

Πιο ζωντανή

Πιο ανθρώπινη.

Τα κείμενα στη σελίδα αυτή δε μιλάνε

Για σας

Αλλά για μένα.

Για τις σκέψεις και τα όνειρά μου.

Αν κάτι από αυτά που

Διαβάσετε σας εκφράζει

Τόσο το καλύτερο... για μένα!

Δεν ξέρω τι άλλο να πω

Γι’ αυτό σωπαίνω...

Και αποκόπτομαι!

 

 

Στεκόταν στην παλιά αποβάθρα

και κοιτούσε προς του ήλιου την ανατολή.

Το πρωινό αγιάζι της χάιδευε το πρόσωπο

τα κύματα που έσπαζαν μελωδικά κάτω

από τα πόδια της τής ξυπνούσαν τις αισθήσεις.

Στη ζωή της όλη ίσως να μην αγάπησε

τίποτ’ άλλο περισσότερο απ’ τη θάλασσα,

“μάνα” την αποκαλούσε.

Την κοιτούσε για ώρες μέρες χρόνια

και σκεφτόταν ότι θα έπρεπε να

γεννηθεί ψάρι για να είναι συνέχεια μέσα της

πουλί για να την κοιτά από ψηλά.

Ρομαντική; Ναι, ήταν! Σε μια εποχή

που οι λέξεις είχαν χάσει τη σημασία τους

που οι άνθρωποι έχασαν τα χρώματα

εκείνη επέμενε να κοιτά το απέραντο γαλάζιο

να πιάνει τους αλμυρούς σφιγμούς του

να κλείνει τα μάτια και να ταξιδεύει

να διασχίζει θάλασσες ονείρων

ουρανούς αισθημάτων

ανάσες ελευθερίας!

 

 

Έχω τη φωτογραφία της μπροστά μου,

ένα πρόσωπο σε ένα κομμάτι χαρτί.

Ένα πρόσωπο αληθινό σ’ ένα κομμάτι χαρτί.

Δεν κοιτά το φακό,

έχει κλειστά τα μάτια σκυφτό το κεφάλι,

μοιάζει να σκέφτεται.

Τα καστανόξανθα σγουρά μαλλιά της

χύνονται στο πουθενά.

Νιώθω ότι κάτι θέλει να μου πει,

κι ας ξέρω ότι δεν πρόκειται να μου μιλήσει ποτέ,

αφού είναι πολύ μακριά για να την ακούσω

αλλά αρκετά κοντά για να τη νιώσω.

Κλείνω τα μάτια και φέρνω

την εικόνα της στη μνήμη μου

τις σκιές στο βλέμμα το

θλιμμένο χαμόγελό της, και τα λόγια της:

“Φοβάμαι να κοιτώ τους άλλους μες στα ματια

μην τύχει και μου κλέψουν την ψυχή μου” μου είπε,

κι έφυγε, αφήνοντας πίσω της μια

φωτογραφία μια τρυφερή ανάμνηση.

 

 

Ας πούμε κάτι για τη στιγμή,

για τη στιγμή που είναι πολύ μικρή

σε σχέση με την αιωνιότητα και

πολύ μεγάλη σε σχέση με το χθες.

Άλλοι λένε:

“Ζήσε την κάθε στιγμή σα να ’ναι η τελευταία”,

και κάποιοι άλλοι:

“Ζήσε την κάθε στιγμή σαν να ’ναι η μοναδική”.

Είναι κι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι:

“Η στιγμή είναι το τίποτα”,

κι εκείνοι οι άλλοι που λένε:

“Η στιγμή είναι τα πάντα”.

Για το καθετί που συμβαίνει σ’ αυτόν

τον κόσμο υπάρχουν εκείνοι που…

ξέρουν καλύτερα, οι παντογνώστες.

Οι μισοί άνθρωποι συνήθισαν να δίνουν απαντήσεις

κι άλλοι μισοί να τις ακούν.

Κανείς πια δε ρωτά, δε διερωτάται.

Όλα είναι έτοιμα σε συσκευασία φαστ φουντ

… Κι η στιγμή;

“Ας τη ζήσει ο καθένας όπως θέλει και μπορεί!”.

 

 

Όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα

θα αντικρύσεις το ίδιο ψέμα.

άνθρωπους που αγαπάνε πολύ, αλλά

και που χαίρονται στ’ αλήθεια μονάχα

όταν βλέπουν τους άλλους να υποφέρουν.

άνθρωπους που είναι δίκαιοι, μα που

τους αρέσει να συνθλίβουν κάτω από

τη δύναμη του δικού τους δίκιου

τις ζωές των άλλων.

άνθρωπους που δηλώνουν τι είναι

πλην όμως έχοντας κλειστά αιώνια τα μάτια

δεν αντιλαμβάνονται πως η ύπαρξή τους

δεν είναι παρά ένα κακέκτυπο αντίγραφο

κάποιων που θέλουν να υποτιμούν.

άνθρωπους που πολλά είπαν αλλά

λίγα έκαναν μια και τα λόγια ήταν

το μόνο που ήξεραν για τον παράδεισο.

κι άνθρωπους που ήθελαν να κατακτήσουν

τον κόσμο πλην όμως ξέμειναν με δυο

μέτρα γης και μια ταφόπλακα επιβεβαίωση

της άδειας ψυχής τους που πόθησε ζωή

και βρήκε στάχτη… στη στάχτη!

 

 

 

Τι λόγια να πω;

Πως να σας μιλήσω;

Να σας πω άραγε αυτά που θέλετε ν’ ακούσετε;

Κι αν όχι;

Θα μου γυρίσετε την πλάτη;

Α, μα γι’ αυτό είναι πλέον αργά!

Πάει καιρός που μόνο γυρισμένες πλάτες βλέπω

ανθρώπων που βιάζονται να φύγουν από

κοντά μου ή από τον εαυτό τους.

Θάθελα να τους χαρίσω τη σιωπή

μ’ όλα της τα δώρα, αλλά αυτοί τίποτα

δε θα καταλάβαιναν και θα την

παραπετούσαν ακριβώς όπως

τα παιδικά τους όνειρα.

Τους λυπάμαι στ’ αλήθεια έτσι…

που φοβούνται να κοιτάξουν πίσω και

θέλω να τους πω ότι αυτό που βρίσκεται

μπροστά τους είναι ο καθρέφτης που

αιχμαλωτίζει στην επιφάνειά του το

είδωλο του χθες, αλλά αυτοί και

πάλι δε θα καταλάβουν!

Τι λόγια να πω που

να μην πανε χαμένα;

 

 

Άνθρωποι… άνθρωποι…

Πάντα φοβούνται το διαφορετικό…

επικρίνουν ό,τι δεν καταλαβαίνουν…

νομίζουν ότι ξέρουν τα πάντα…

κλείνονται μέσα σ’ ένα καβούκι

κι αυτό το λένε ζωή…

δεν τολμούν να κοιτάξουν τον ήλιο

στα μάτια μήπως και περάσει

μια αχτίδα φωτός στην ψυχή τους…

λένε αυτό που πρέπει κι

όχι αυτό που θέλουν να πουν…

τρέμουν στην ιδέα ότι κάποια

μέρα θα πεθάνουν και

δεν αντιλαμβάνονται ότι δεν

έχουν καν ζήσει…

και όταν πια γίνουν απόκληροι

της ζωής λένε:

αν ξαναζούσα από την αρχή

πάλι τα ίδια θα έκανα…

Εξάλλου τα λάθη μας είναι

τα μόνα που μας ανήκουν!

 

 

 

Carpe diem

άδραξε τη μέρα…

Να αδράξω τη μέρα,

πάντα αυτό ήθελα να κάνω.

Μα, πάντα μου ξέφευγε η δόλια…

ή την άφηνα να μου ξεφύγει.

Δυο δαιμόνοι παλεύουν μέσα μου.

Ο ένας λέει:

ζήσε την κάθε σου στιγμή σαν να ’ναι η τελευταία.

Κι ο άλλος:

ζήσε την κάθε σου στιγμή λες και πρόκειται

να ζήσεις για πάντα.

Ποιον να ακούσω;

Ποια απ’ τις φωνές που μου ξεσκίζουν τα

σωθικά είναι η δική μου;

Ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος;

Ποιος είναι ο δρόμος; ο γνωστός και εύκολος,

ή ο άγνωστος και λιγότερο ταξιδεμένος;

Αιώνια θα ρωτώ κι απαντήσεις δε θα παίρνω.

Στο τέλος θα μάθω, αλλά ίσως τότε

να είναι ήδη αργά…

και η ζωή μου όλη μια…

μισοτελειωμένη φράση.

 

 

Θέλω να γράψω…

για ένα πρόσωπο θλιμμένο

χαμένο στον κόσμο του

… για τα χίλια δυο πράγματα που

με σκοτώνουν και μου δίνουν ζωή

… για τη χαρά του να είσαι και τη

λύπη του να μην είσαι εσύ

… για κείνο το τραγούδι που

έκλεψε κάποιο βράδυ την ψυχή μου

… για τους αλλοτινούς φίλους που

γίναν αναμνήσεις στο ποτάμι του χρόνου

… κι ακόμη

για το όμορφο κορίτσι που έψαχνε να

βρει την άνοιξη στο βλέμμα των άλλων

… για το καναρίνι που σταμάτησε να

τραγουδά μόλις το βάλαν στο κλουβί

… για όσα έχασα και δε θα ξαναβρώ

… και για όσα δεν τόλμησα να κάνω.

Μα το μελάνι τελειώνει και τα

φαντάσματα μένουν φαντάσματα.

 

 

Η αναχώρηση.

Μόνο αυτή τελικά έχει σημασία.

Το να φεύγεις.

Αυτό είναι ένα άλλο είδος μαγείας.

Η αναζήτηση.

Ίσως η δικαίωση της ύπαρξης…

Κάποια μέρα φόρεσε ένα σακίδιο στον ώμο

κι έφυγε προς αναζήτηση

των ονείρων της.

Είχε λίγα λεφτά, πολλές σκέψεις και

μια λαχτάρα για την αληθινή ζωή.

Δεν ήξερε τι έψαχνε αλλά,

ούτε κι αν θα το βρει.

Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η φυγή,

η απόδραση από τη συνήθεια,

απ’ τον ευατό της.

Μετά από αμέτρητα χρόνια περιπλανήσεων

έφθασε σε μια πράσινη χώρα,

κάθησε κάτω από ένα μεγάλο δέντρο

για να ξαποστάσει και έκλεισε

τα μάτια για πάντα.

Χαμογελούσε.

Το δέντρο εκείνο το αποκάλεσαν:

της Ζωής.

 

This Website Built and Hosted for Free at Bravenet.com

Web Hosting · Blog · Guestbooks · Message Forums · Mailing Lists
Allwebco Web Templates · Build your own toolbar · Free Talking Character · Audio, Fonts, Clipart
powered by a free webtools company bravenet.com